Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Οι εξελίξεις στο πρόβλημα των δανείων σε ελβετικά φράγκα και η δυνατότητα άμεσης προστασίας, μέσω της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.

Η πρόσφατη (15.1.2015) απόφαση της Ελβετικής Κεντρικής Τράπεζας (SNB) να σταματήσει τις παρεμβάσεις της στις χρηματαγορές με στόχο τη διατήρηση της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου άνω του 1,20, χαρακτηρίστηκε αρχικά από την πλειοψηφία των αναλυτών ως κεραυνός εν αιθρία και προκάλεσε μέσα σε λίγα λεπτά ένα ισχυρότατο σοκ, που οδήγησε την ισοτιμία έως και στο 0,85. Η κίνηση αυτή που προσομοιάστηκε με «πυρηνική βόμβα»[1], καθώς τόσο ραγδαία μεταβολή δεν έχει συμβεί για πάνω από τριάντα χρόνια, υπαγορεύθηκε, κατά την κυρίαρχη μάλλον άποψη, από την ανάγκη προσαρμογής της νομισματικής πολιτικής της SNB στην τρέχουσα χρηματοοικονομική συγκυρία. 
Η λειτουργία του ελβετικού τραπεζικού συστήματος, ως παγκόσμιου ασφαλούς καταφυγίου, είχε οδηγήσει, ήδη από τα τέλη του 2010 και ενώ η ευρωπαϊκή κρίση χρέους διογκωνόταν, σε μαζική ροή κεφαλαίων  προς αυτό με συνέπεια την αύξηση της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου, λόγω της αυξανόμενης ζήτησης για ελβετικά φράγκα. Η τάση αυτή κορυφώθηκε το Σεπτέμβριο του 2011, οπότε, σε συνδυασμό με την τότε κορύφωση της ευρωπαϊκής κρίσης, η ισοτιμία άγγιξε το 1,10. Τότε η SNB, προς αποτροπή της επιζήμιας για τις ελβετικές εξαγωγές και εν γένει την ελβετική οικονομία ανατίμηση του φράγκου, ανακοίνωσε την απεριόριστη παρέμβασή της στις χρηματαγορές για τη διατήρηση της ισοτιμίας άνω του 1,20, την οποία μάλιστα επιβεβαίωνε διαρκώς έκτοτε[2] . Με μια απλουστευτική προσέγγιση κατά την περίοδο αυτή η SNB, αγόραζε διαρκώς ευρώ, πουλώντας ελβετικά φράγκα, το προνόμιο έκδοση των οποίων κατέχει αποκλειστικά, ώστε να αντισταθμίζει την αυξανόμενη ζήτηση στο βαθμό που η τιμή διατηρείτο περίπου στο 1,20. Αυτή η πρακτική είχε ως συνέπεια τη συσσώρευση στο ενεργητικό της περιουσιακών στοιχείων σε ευρώ αξίας περί τα 174 δις, τα οποία αντιστοιχούν στο 40% του συνολικού ενεργητικού της, που ανήλθε στο 80% του ΑΕΠ της Ελβετίας, τη στιγμή που τα αντίστοιχα ποσοστά για τις τρείς βασικές Κεντρικές Τράπεζες (Bank of England, European Central Bank και Fed) βρίσκονται περί το 25%[3]. Αυτό συνεπάγεται και αντίστοιχη έκθεση της  SNB σε κινδύνους προερχόμενους από οποιαδήποτε πιθανή υποτίμηση του ευρώ. Παράλληλα, τα αποτελέσματα της απόφασης αυτής δεν ήταν απολύτως ενθαρρυντικά. Μπορεί μεν ο ρυθμός ανάπτυξης να ήταν μεγαλύτερος από αυτόν της Ευρωζώνης, όμως ο πληθωρισμός παρέμεινε μηδενικός στο χείλος του αποπληθωρισμού[4].
Όντας υπερεκτεθειμένη στο Ευρώ, χωρίς να έχουν αλλάξει στο ελάχιστο οι προαναφερθείσες συνθήκες που οδήγησαν στην αύξηση των χρηματοροών προς το ελβετικό πιστωτικό σύστημα, αντίθετα να έχουν επιβαρυνθεί από νέες πιέσεις (Ρωσική νομισματική κρίση), η SNB δεν θα μπορούσε να παλέψει άλλο να διατηρήσει μια τεχνητή ισοτιμία, που δεν αντανακλούσε στο ελάχιστο της συνθήκες της αγοράς. Καθοριστικός παράγοντας εν τέλει στάθηκε η προεξόφληση της αυριανής (22.1.2015) απόφασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για ποσοτική νομισματική χαλάρωση, μέσω της αγοράς ομολόγων, ύψους άνω των 500 δις ευρώ. Η πιθανολογούμενη και λογικώς αναμενόμενη υποτίμηση που θα προκαλέσει στο Ευρώ θα ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί από την SNB. Κάποιοι έκαναν λόγο ακόμη και για προεξόφληση διάλυσης της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης[5] , χωρίς βεβαίως μια τέτοια θέση να φαίνεται λογική από την έκταση της μεταβολής. Έτσι, η SNB αποφάσισε να λάβει την επίπονη απόφαση για την ίδια και την ελβετική οικονομία τώρα, ώστε να αποφύγει πολύ βαθύτερες συνέπειες στο μέλλον[6][7]. Βεβαίως, από την εξέλιξη της ισοτιμίας την τελευταία εβδομάδα, προκύπτει πως η SNB δεν έπαυσε τελείως τις παρεμβάσεις της, αλλά απλώς μείωσε τον πήχη περίπου στο 1 ευρώ/ελβετικό φράγκο, ώστε να βρεθεί πιο κοντά στην πραγματική ισοτιμία. Παράλληλα, στην κατεύθυνση της μείωσης της ζήτησης στην αγορά ελβετικών φράγκων και συνεπώς της αντιμετώπισης της ανατίμησης του φράγκου,  μείωσε όλα τα επιτόκια της, ενώ έθεσε το στόχο για το Libor 3M μεταξύ -0,25% και -1,25%, αντί για -0,25% έως -0,75%[8].
Ο συνδυασμός των προαναφερθέντων παραγόντων οδηγεί πλέον σε εκτιμήσεις[9] για σταθεροποίηση της ισοτιμίας γύρω από το  1 ευρώ/ελβετικό φράγκο για τουλάχιστον τους επόμενους 12 μήνες, χωρίς βεβαίως να πρέπει να υποτιμάται το ενδεχόμενο περαιτέρω ανατίμησης του φράγκου, καθώς το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα φαίνεται να βρίσκεται σε περίοδο ακραίας μεταβλητότητας, στο πλαίσιο ευρύτατων οικονομικών και γεωπολιτικών ανακατατάξεων που κυοφορούνται. Αυτό βεβαίως φέρνει ξανά στο επίκεντρο το μείζον πρόβλημα των δανειοληπτών σε ελβετικά φράγκα. Ήδη επιβαρυμένοι από την πτώση της ισοτιμίας από το 1,60 περίπου, κατά την περίοδο λήψη των επίμαχων δανείων (2006-2007), στο 1,20, βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με  μια επιπλέον εκτίναξη κατά 20% σε μερικές ώρες, η οποία μάλιστα δεν φαίνεται κατά τα ανωτέρω να είναι παροδική, του δανειακού τους φορτίου.
Η νομική θεμελίωση των αξιώσεων κατά των πιστωτικών ιδρυμάτων και του κατάλληλου τρόπου αντιμετώπισης του προβλήματος έχει ήδη αναλυθεί σε σχετικά μας ενημερωτικά δελτία στο παρελθόν, έχει δε επιρρωθεί από αρκετές μέχρι σήμερα αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων, αλλά ακόμη και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (C-26/13, Arpad Kasler, Hajnalka Kaslerne Rabai κατά OTP Jelzalogbank Zrt). Όμως η πρόσφατη ανατίμηση του φράγκου και η άμεση επίδραση αυτής στις καταβλητέες δόσεις ήδη από τον επόμενο μήνα, καθιστά επιτακτική την ανάγκη άμεσης προστασίας των δανειοληπτών. Χαρακτηριστικά για δάνειο σε ελβετικά φράγκα με διάρκεια 300 μηνών ύψους 100.000 ευρώ, που ελήφθη το έτος 2008, η μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση, λαμβανομένων υπόψη των μεταβολών στην ισοτιμία και στα επιτόκια, ανήλθε από 559 ευρώ κατά την αρχή της περιόδου αποπληρωμής σε 655 ευρώ σήμερα[10].
Η προσφορότερη δικονομική δυνατότητα για την αντιμετώπιση του προβλήματος είναι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης. Συγκεκριμένα, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο αρμόδιο δικαστή μια ευρεία εξουσία να διατάξει ρυθμιστικά μέτρα διαπλαστικού χαρακτήρα παρεμβαίνοντας σε υφιστάμενη σύμβαση. Στο πλαίσιο αυτό εξάλλου έχει εκδοθεί πλήθος προσφάτων αποφάσεων που διατάσσουν την καταβολή μειωμένου μισθώματος, στο ύψος που πιθανολογείται ότι τελικά θα επιδικαστεί, από τον μισθωτή, στο πλαίσιο αγωγής για μείωση του μισθώματος, λόγω της πρωτοφανούς μείωσης των μισθωτικών αξιών. Έτσι, ο δανειολήπτης μπορεί να αιτηθεί στο δικαστήριο την καταβολή τοκοχρεολυτικής δόσης, υπολογιζόμενης με την ισοτιμία κατά το χρόνο λήψης του δανείου[11]. Αυτό γίνεται απολύτως δεκτό στην ήδη εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 342/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία μάλιστα εκδόθηκε πριν την πρόσφατη ανατίμηση του φράγκου και διατάσσει την καταβολή δόσεων υπολογισμένων με βάση την ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου κατά το χρόνο λήψης του δανείου, ήτοι το 2006 μέχρι την έκδοση απόφασης επί σχετικής αγωγής του δανειολήπτη. Τέλος, οι πολιτικές εξαγγελίες τον τελευταίων ημερών[12], ιδίως ενόψει των επικείμενων εκλογών φαίνεται να στοχεύουν αποκλειστικά στην αντιμετώπιση της τελευταίας μόνο ανατίμησης, χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψη τη ρίζα του προβλήματος και χωρίς να αντιμετωπίζουν τη συνολική επιβάρυνση των δανειοληπτών, η οποία σημειωτέον είναι σχεδόν διπλάσια μεταξύ των ετών 2007-2014, σε σχέσης με την αμέσως πρόσφατη. Στην ίδια λογική[13] κινούνται και οι προτάσεις των τραπεζών για προσωρινή ρύθμιση των καταβλητέων δόσεων, οι οποίες επίσης αποσκοπούν στην αντιμετώπιση μόνο της πρόσφατης μεταβολής. Οι λύσεις αυτές, πέραν του ότι δεν οδηγούν σε μια βιώσιμη κατάσταση για τους δανειολήπτες, παρά μεταθέτουν το πρόβλημα στο διηνεκές, εμπεριέχουν, ακόμη και αν δεν συντελείται με την τυπική νομική έννοια, αναγνώριση του συνόλου του χρέους και απεμπόληση των αξιώσεων κατά των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η ρύθμιση της επίδρασης στη δανεική σύμβαση μόνο της πρόσφατης πτώσης της ισοτιμίας από το 1,20 στο 1 , εμπεριέχει τη λογική αναγνώριση ως «δίκαιης» της μεταβολής κατά την περίοδο 2007-2014, η οποία όπως προαναφέρθηκε είναι κατά πολύ μεγαλύτερη.
Συνεπώς, με τα σημερινά δεδομένα μόνη ασφαλής οδός για την απόκρουση του κινδύνου που τίθεται στην οικονομική κατάσταση και την περιουσία των δανειοληπτών σε ελβετικά φράγκα είναι η προσφυγή στη δικαστική κρίση με αίτημα την προπεριγραφείσα προσωρινή προστασία.
(για περισσότερες πληροφορίες: www.psarakislegal.com)



[1] http://www.bloomberg.com/news/2015-01-20/swiss-turmoil-spreading-in-europe-as-saxo-credit-suisse-hurt.html
[2] http://www.bloomberg.com/news/2013-09-19/snb-affirms-franc-ceiling-commitment-to-protect-swiss-economy.html
[3] http://www.ft.com/intl/fastft/263142/why-did-snb-really-drop-its-peg-guest-chart
[4] http://blogs.wsj.com/briefly/2015/01/15/what-happened-with-the-swiss-franc-the-short-answer/
[5] http://seekingalpha.com/article/2831676-does-the-swiss-national-bank-forecast-the-end-of-the-euro-currency?page=2
[6] http://www.businessweek.com/news/2015-01-21/ubs-s-weber-defends-snb-decision-to-abandon-cap-on-franc
[7] Αλλά και πειστικός αντίλογος στην επιχειρηματολογία αυτή http://www.economist.com/blogs/freeexchange/2015/01/switzerlands-monetary-policy
[8] http://www.bloomberg.com/news/2015-01-15/snb-unexpectedly-gives-up-cap-on-franc-lowers-deposit-rate.html
[9] Ενδεικτικά στη σελίδα 15 https://www.commerzbank.com/media/en/research/economic_research/aktuell_1/wif.pdf
[10] http://s.kathimerini.gr/resources/2015-01/s25_2001elvetiko-fragko-daneia-thumb-large.jpg
[11] Η άποψη αυτή διατυπώθηκε με ευρεία αποδοχή στη διημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος και του Συλλόγου Μεταπτυχιακών Φοιτητών & Υποψηφίων Διδακτόρων Νομικής Α.Π.Θ. με θέμα «H Προστασία από τις Τραπεζικές Συμβάσεις», που διεξήχθη τον Ιανουάριο του 2014 στη Θεσσαλονίκη και σχηματοποιήθηκε ιδίως στην σχετική εισήγηση του Πρωτοδίκη Δ.Ν.  κ. Χρήστου Τριανταφυλλίδη.
[12] Ο Α. Σαμαράς δεσμεύτηκε ότι από τους πρώτους νόμους που θα κατατεθούν στη Βουλή, αμέσως μετά τις εκλογές, θα είναι αυτός που θα αφορά το ζήτημα που προέκυψε από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες σε βάρος 70.000 δανειοληπτών. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, διαβεβαίωσε ότι θα συμπεριλάβει τα δάνεια σε ελβετικά φράγκα στο πρόγραμμα νέας σεισάχθειας και θα εξετάσει την εφαρμογή ειδικού προγράμματος ρύθμισης στο πλαίσιο ενός ενδιάμεσου φορέα, εξετάζοντας χωριστά την κάθε περίπτωση και με την αρχή ότι οι τράπεζες θα πρέπει να συμμετέχουν κατά ένα μέρος στη νέα ζημιά των δανειοληπτών, ενώ δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να επιλύσει το θέμα νομοθετικά, εναρμονίζοντας την ελληνική νομοθεσία με τις δικαστικές αποφάσεις. Πηγή http://www.capital.gr/News.asp?id=2204111
[13] http://logistikoskosmos.blogspot.gr/2015/01/blog-post_366.html

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Ευθύνη εγγυητή σε σύμβαση δανείου - Πότε είναι δυνατή η ακύρωση διαταγής πληρωμής που έχει εκδοθεί σε βάρος εγγυητή;

Μεγάλος όγκος πληροφορίας υπάρχει αυτή τη στιγμή στο διαδίκτυο σχετικά με την ευθύνη του εγγυητή δανείου με αντισυμβαλλόμενο πιστωτικό ίδρυμα. Το ζήτημα είναι επίκαιρο λόγω της πληθώρας των καταγγελμένων δανειακών συμβάσεων αλλά και άκρως ενδιαφέρον καθότι πρόκειται για την ευθύνη ενός τρίτου προσώπου, συνήθως συγγενικού του πρωτοφειλέτη, που για χαριστικούς, τις περισσότερες φορές λόγους, έθεσε την περιουσία του υπέγγυα στους δανειστές του πρωτοφειλέτη. Τα πιστωτικά ιδρύματα, αρκετές φορές, δεν έλεγχαν καν την φερεγγυότητα του εγγυητή, ή τουλάχιστον δεν τα ενδιέφερε αν ήταν αξιόχρεος ή όχι. Αρκεί να υπήρχε η υπογραφή του στη σύμβαση. Τα τελευταία χρόνια μετά τις αλλεπάλληλες καταγγελίες δανειακών συμβάσεων και την μετάβαση στο στάδιο της δικαστικής διεκδίκησης, οι εγγυητές έχουν βρεθεί σε αρκετά δύσκολη θέση, ιδίως όταν έρχονται στο σημείο να ευθύνονται για μεγάλα χρηματικά ποσά τα οποία δεν είχαν ποτέ απολαύσει οι ίδιοι, αλλά οι, συνήθως συγγενείς τους, πρωτοφειλέτες.

Σε αυτές τις περιπτώσεις εγγύησης, το βασικό ερώτημα όλων είναι πώς μπορούν να απαλλαχθούν από τα μετακυλιόμενα σε αυτούς χρέη. Εύκολες απαντήσεις εδώ δεν υπάρχουν. Κάθε περίπτωση θέλει αρκετή έρευνα ώστε να εξετασθεί αν υπάγεται σε κάποιες από τις περιπτώσεις στις οποίες η νομολογία μας έχει δεχθεί την απαλλαγή του εγγυητή. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφέρουμε τις εξής περιπτώσεις:

α) Ακυρότητα όρου περί παραίτησης από ένσταση διζήσεως
Η ένσταση διζήσεως είναι με απλά λόγια το δικαίωμα που έχει ο εγγυητής να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής προς τον δανειστή, ωσότου ο τελευταίος επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη. Μόνο εφόσον η εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη αποβεί άκαρπη μπορεί να υποχρεωθεί ο εγγυητής να εκπληρώσει ο ίδιος την οφειλή. Το βασικό αυτό δικαίωμα προβλέπεται μεν από τον Αστικό Κώδικα (ΑΚ 855), ωστόσο είναι νομικά έγκυρη η παραίτηση από αυτό με σχετικό όρο μέσα στην σύμβαση της εγγύησης. Περιττό να πούμε ότι όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν συμπεριλάβει τέτοιο όρο παραίτησης μέσα στις συμβάσεις τους. Το ζήτημα, όμως, που προκύπτει και έχει ενδιαφέρον είναι αν η παραίτηση αυτή είναι έγκυρη σύμφωνα με το δίκαιο των Γενικών Όρων των Συναλλαγών (ν. 2251/1994). Για να μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ένας τέτοιος όρος θα πρέπει να είναι διαφανής, δηλ. να κατανοεί ο εγγυητής το τι υπογράφει, και στη συγκεκριμένη περίπτωση να κατανοεί ποια είναι η σημασία της φράσης "ένσταση διζήσεως". Εδώ οι απόψεις διίστανται: κατά την απόφαση 5253/2003 του Εφετείου Αθηνών ο όρος σε σύμβαση στεγαστικού δανείου που προέβλεπε παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως δεν είναι αδιαφανής και άρα καταχρηστικός, επειδή ο εγγυητής έχει την δυνατότητα να ενημερωθεί για τη σημασία της νομικής έννοιας "ένσταση διζήσεως" από τον νομικό του παραστάτη (τον δικηγόρο του). Αντίθετα έχει αποφανθεί το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στην υπ' αριθμ. 1990/2004 απόφασή του. Σε κάθε περίπτωση, τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες έχουν συμπεριλάβει στις συμβάσεις τους επεξήγηση της ενστάσεως αυτής και άρα πλέον ο όρος έχει καταστεί διαφανής, ανεξάρτητα της συνδρομής νομικού παραστάτη ή μη. Το ζήτημα παραμένει, ωστόσο, για όσες τραπεζικές συμβάσεις δεν έχουν την σχετική επεξήγηση.

β) Ένσταση ελευθερώσεως εγγυητή βάσει πταίσματος του πιστωτικού ιδρύματος
Η ανεύθυνη πίστωση προς τον πρωτοφειλέτη μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη απαλλαγή του εγγυητή κατά την ΑΚ 862. Σύμφωνα με την ΑΚ 862 ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Τούτο μπορεί να συμβεί, μεταξύ άλλων, και αν ο δανειστής, γνωρίζοντας ή πάντως αγνοώντας από ελαφρά ή βαριά αμέλεια την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του πρωτοφείλετη και την απουσία κάθε ελπίδας για ανάκαμψη, αμελεί για μακρό χρονικό διάστημα να στραφεί δικαστικά ή να εγγράψει εμπράγματα βάρη κατά του πρωτοφειλέτη υπολογίζοντας ως βέβαιη και μόνη πηγή ικανοποίησης τον αμέτοχο στην φάση αυτή εγγυητή, συντελώντας με την περαιτέρω πίστωση στην υπερχρέωση του πρωτοφειλέτη (Βλ. ΜΠρΑθ 199/2009, ΝΟΜΟΣ: «Η αδιαφορία ή η καθυστέρηση από μέρους του δανειστή λήψης κατάλληλων μέτρων έναντι του πρωτοφειλέτη ενέχει το στοιχείο του πταίσματος και της αντίστοιχης ευθύνης, που αντανακλάται στις σχέσεις του δανειστή με τον εγγυητή»). Ενισχυτικώς, εξάλλου, προς το πταίσμα του δανειστή δρα και παραβίαση της σχετικής υποχρέωσής του ενημέρωσης του εγγυητή (απορρέουσα εκ της ΑΚ 288) σχετικά με πιθανή μεταβολή προς το δυσμενέστερο της προσωπικής και περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη η οποία περιήλθε, ή όφειλε να περιέλθει, σε γνώση του μέσω των τακτικών ελέγχων που διενεργεί (Βλ. Μάρκου, Η υποχρέωση του δανειστή προς πληροφόρηση του εγγυητή, ΔΕΕ 2002/362, σ. 366-367: «Στις υποχρεώσεις αυτές του δανειστή συγκαταλέγεται και η υποχρέωση ενημέρωσης του εγγυητή για γεγονότα, τα οποία επιφέρουν μεταβολή στην ως τώρα προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και τα οποία χειροτερεύουν τη θέση του εγγυητή. […] Πρόκειται ειδικότερα για υποχρέωσή του προς παροχή πληροφοριών κυρίως υπό την μορφή ειδοποιήσεως και ανακοινώσεων στοιχείων στον εγγυητή για (άγνωστα σ’ αυτόν) στοιχεία, τα οποία περιέρχονται στην κατοχή του και αφορούν την κατάσταση της κύριας οφειλής, την προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, εφόσον αυτά in concreto επιδρούν στην ικανότητά του προς εκπλήρωση της οφειλής ή των οποίων η επέλευση καθιστά τη θέση του εγγυητή δυσμενέστερη»). Εφόσον δεν ενημερώθηκε εγκαίρως σχετικώς ο εγγυητής από τον δανειστή για άγνωστα σ’ αυτόν δυσμενή στοιχεία τα οποία περιέρχονται στην κατοχή του δανειστή μέσω περιοδικών ελέγχων, αυτομάτως χάνει εν τοις πράγμασι την δυνατότητα να λάβει εξασφαλιστικά μέτρα προς προστασία του. Τούτο μάλιστα ιδίως όταν ο εγγυητής δεν μετέχει de facto ή μέσω έννομων σχέσεων στην επιχείρηση του οφειλέτη και άρα δεν μπορεί να έχει ιδία γνώση εκ των ενόντων.

Παράλληλα, υπέρ της συγκεκριμένης εφαρμογής της ΑΚ 862 έρχεται να υπερθεματίσει και η ιδιαίτερη φύση της αιτίας της εγγύησης η οποία επιβεβαιώνει τον παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα αυτής έναντι της κύριας οφειλής. Ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, εξέχουσα προσωπικότητα του ενοχικού δικαίου στην Ελλάδα (Λιτζερόπουλος) έγραφε: «ο δανειστής ως εκ τούτου πρέπει να φείδεται κατά το δυνατόν των συμφερόντων του εγγυητή».

Εν όψει όλων των παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο δανειστής οφείλει να μεριμνά για τα εύλογα συμφέροντα του εγγυητή. Ο εγγυητής είναι πάντα τρίτος και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κύριος οφειλέτης. Κυρίως ο δανειστής δεν μπορεί να επαναπαύεται επειδή εξασφάλισε την εγγύηση ενός τρίτου, φερέγγυου προσώπου και να αδιαφορεί από κει και πέρα για την τύχη της κύριας απαίτησής του έναντι του οφειλέτη. Ο εγγυητής δεν δίνει λευκή επιταγή στα άλλα δύο μέρη να κάνουν ότι θέλουν και σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά να επωμισθεί μόνος του το οικονομικό βάρος. Η επίρριψη του κινδύνου στον ίδιο τον αδιαφορούντα για τα δικά του συμφέροντα δανειστή, αποτελεί θεμελιώδη επιταγή της έννομης τάξης και δεν μπορεί να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση.


γ) Ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης λόγω καταχρηστικότητας αυτής βάσει αντίθεσης στα χρηστά ήθη (ΑΚ 178)
«Εγγυήσεις που παρέχονται στα πλαίσια τραπεζικών συμβάσεων από συγγενικά πρόσωπα του πρωτοφειλέτη, ωθούμενα από συγγενικούς και συναισθηματικούς λόγους και αναλαμβάνονται ιδιαίτερα σκληρές υποχρεώσεις απέναντι στις τράπεζες, μη ανταποκρινόμενες στην ασθενή οικονομική τους κατάσταση, χωρίς μάλιστα να αντλούν καμία δική τους οικονομική ωφέλεια, ενώ οι τράπεζες δεν τους ενημερώνουν επαρκώς για τη βαρύτητα των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν, πάσχουν ακυρότητας κατά τις ΑΚ 178 και 288, επειδή το περιεχόμενο τέτοιων συμβάσεων καθιστά πρόδηλη μια διαταραγμένη συμβατική ισότητα σε βάρος του ασθενέστερου και προσβολή της συνταγματικά εγγυημένης αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, που τα δικαστήρια οφείλουν να αποκαταστήσουν» (Βλ. Ψυχομάνη, Οι γενικοί Όροι στις Τραπεζικές Συμβάσεις, ΕΕμπΔ 1998/894-895).

Η αρχή του υπεύθυνου δανεισμού, υφίσταται ήδη μεταξύ των δικαιϊκών αρχών στη χώρα μας εδώ και δεκαετίες. Ήδη από τη δεκαετία του 1950, νομοθετικό παράδειγμά της ανιχνεύεται στο ν. 3838/1958, όπου ο νομοθέτης για να αντιμετωπίσει ακριβώς τον κίνδυνο της υπερχρέωσης από τις πωλήσεις αγαθών με δόσεις, εξουσιοδότησε τη Νομισματική Επιτροπή να καθορίσει με αποφάσεις της ελάχιστο ποσό τιμήματος που πρέπει να πληρώνεται μετρητοίς, μέγιστο χρονικό διάστημα εξόφλησης και διάφορους άλλους περιορισμούς. Πώληση με δόσεις κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων είχε ως συνέπεια την απογύμνωση του πωλητή από κάθε αξίωσή του. Η ακυρότητα της σύμβασης είχε αμφισβητηθεί αφού ο νόμος δεν την προέβλεπε ρητά. Πάντως, παρά τη μη πρόβλεψη, υποστηριζόταν ότι ακυρότητα μπορούσε να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 της ΥΑ 699/2010, η οποία ενσωμάτωσε στην Ελλάδα την υπ’ αρ. 2008/48/ΕΚ Οδηγία για την καταναλωτική πίστη, θεσπίζεται ρητά η υποχρέωση  του πιστωτή για έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας και φερεγγυότητας του δανειολήπτη πριν την παροχή της πίστωσης. Περαιτέρω αν και δεν προβλέπεται ρητά, τελεολογική ερμηνεία της ως άνω διάταξης οδηγεί στην υιοθέτηση της άποψης ότι ο δανειστής υποχρεούται να μη χορηγήσει πίστωση, αν διαγνώσει ή αν δύναται να διαγνώσει ότι ο δανειολήπτης δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει την πίστωση. Η ως άνω υποχρέωση μάλιστα αποτελεί μία γνήσια υποχρέωση της Τράπεζας, κάτι το οποίο συνάγεται  αφενός από το σκοπό της ως άνω διάταξης, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή της υπερχρέωσης του οφειλέτη και αφετέρου από την ίδια τη διατύπωσή της, επιβαλλόμενης άλλωστε ως τέτοιας (γνήσιας)  εμμέσως πλην σαφώς και από το σκοπό άλλων διατάξεων εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και λαμβανομένου σε κάθε περίπτωση υπόψιν ότι ο πιστωτής λόγω της οργάνωσής του είναι σε θέση να προλάβει το απαράδεκτο – ατομικά και κοινωνικά- φαινόμενο της υπερχρέωσης.

Με βάση όλα τα παραπάνω, έχουν προβληθεί ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων ισχυρισμοί περί ακυρότητας της σύμβασης της εγγύησης λόγω της συνδρομής συγκεκριμένων προϋποθέσεων που καταστούν την δέσμευση έναντι του πιστωτικού ιδρύματος ανήθικη και καταχρηστική. Γνωστό παράδειγμα λ.χ. στην ελληνική νομολογία αποτελεί το πραγματικό της υπ' αριθμ 7241/1999 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών (Νομικό βήμα 2000/1146), όπου φυσικό πρόσωπο 19 ετών εγγυήθηκε για δάνειο συγγενών της ύψους 63.000.000 δρχ. Το δικαστήριο έκρινε ότι "...η εκμετάλλευση από την τράπεζα της απειρίας της εγγυήτριας ώστε να επιβάλει την μονόπλευρη ικανοποίηση των συμφερόντων της με την ανάληψη από αυτή (εγγυήτρια) υπέρμετρων υποχρεώσεων υπέρ συγγενικών της προσώπων, χωρίς η τελευταία να απολαμβάνει αντίστοιχα οφέλη από τις δεσμεύσεις αυτές, όταν μάλιστα αυτό είναι σε γνώση της τράπεζας, συνιστά συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη" (βλ. και ΠΠρΘεσ 44277/2007 και ΠΠρθεσ 18503/2009, ΤΝΠ Ισοκράτης).

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι θα μπορούσε να υπάρξει αντίθεση στα χρηστά ήθη σε περίπτωση μεγάλης δυσαναλογίας ανάμεσα στην έκταση της ευθύνης  και στα οικονομικά μέσα του εγγυητή (π.χ. τέκνου ή συζύγου του πρωτοφειλέτη), που καθιστά την εγγύηση οικονομικά άσκοπη, εφόσον αυτή συνδυάζεται με άλλα ειδικά γεγονότα ή περιστάσεις, όπως π.χ. τον επηρεασμό του εγγυητή από υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποιος υποβάθμισε την έκταση και τον κίνδυνο της εγγύησης, ή την εκμετάλλευση μιας κατάστασης ψυχικής ανάγκης του εγγυητή ή/και του πρωτοφειλέτη (βλ. Απόστολος Γεωργιάδης, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, 2008, σ. 39).

Στο ίδιο συμπέρασμα της άκυρης σύμβασης εγγύησης λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη, μπορούμε να φτάσουμε και σε περίπτωση που εξ αρχής υπάρχει βεβαιότητα ως προς το αναξιόχρεο του πρωτοφειλέτη και άρα ο εγγυητής δεν αναλαμβάνει απλώς ένα ρίσκο αλλά είναι βέβαιο ότι θα κληθεί να καλύψει το χρέος του πρωτοφειλέτη. "Η κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης για σκοπό άλλο από την ανάληψη κινδύνου, όπως στην περίπτωση, όπου δεν συντρέχει κίνδυνος αλλά εξ΄αρχής βεβαιότητα - ήδη κατά το στάδιο χορήγησης της πίστωσης και συνακόλουθα της κατάρτισης της σύμβασης εγγύησης - ως προς το αναξιόχρεο του πρωτοφειλέτη, αντιβαίνει σαφώς στα χρηστά ήθη, τουλάχιστον στον βαθμό που ο εγγυητής συναίνεσε εν αγνοία της πραγματικής κατάστασης την οποία γνώριζε η δανείστρια τράπεζα και παρά το εμφανές την πλάνης του εγγυητής απέφυγε να διασαφηνίσει στον τελευταίο, όπως είχε υποχρέωση δυνάμει της ΑΚ 197" (Κορνηλάκης, ΕλλΔνη 2013/1577).


δ) Ένσταση ακυρότητας σύμβασης εγγύησης λόγω πλάνης μεταξύ δήλωσης και βούλησης
Η πλάνη που αναφέρεται σε ιδιότητες του προσώπου θεωρείται ουσιώδης, αν κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη οι ιδιότητες αυτές είναι τόσο σπουδαίες για όλη την δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία (βλ. ΑΚ 142). Ιδιότητα ενός προσώπου αποτελεί και το στοιχείο της φερεγγυότητάς του. Εφόσον επομένως ο δικαιοπρακτών εγγυητής στηρίχτηκε στην δεδομένη για αυτόν λόγω ψευδών παραστάσεων του πρωτοφειλέτη φερεγγυότητα του τελευταίου, και μάλιστα χωρίς να τον ενημερώσει σχετικώς ο δανειστής περί της αληθείας αν και είχε σχετική υποχρέωση, και εφόσον δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία εφόσον ανακάλυπτε την αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη, η δικαιοπραξία είναι ακυρώσιμη. Η πλάνη αφορά μεν τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως αλλά αποτελεί τόσο ουσιώδης που ο ΑΚ έχει δεχτεί την επίδρασή της στην εγκυρότητα της δικαιοπραξίας. Πράγματι δεν στέκει στη βάσανο της λογικής ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο να εγγυάται υπέρ ενός πρωτοφειλέτη ο οποίος είναι εν γνώσει του δανειστή αφερέγγυος και δεν πρόκειται ποτέ να εξοφλήσει την οφειλή. Δεν έχει κανένα όφελος ο εγγυητής σε αυτήν την περίπτωση και καμία πρόθεση να απολέσει ο ίδιος στην πραγματικότητα την προσωπική του περιουσία η οποία είναι βέβαιο ότι θα υποστεί ισόποση της εγγύησης μείωση. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε να δεχθούμε ότι πρόκειται για ακυρώσιμη εγγύηση με συνέπεια να μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο η ακύρωσή της.

Επίσης, χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση που πραγματεύεται η υπ' αριθμ. 1096/2006 του Άρειου Πάγου, όπου ο εγγυητής θεωρούσε ότι δεσμεύει (θέτει υπέγγυο) μόνο ένα συγκεκριμένο ακίνητό του στο οποίο θα εγγραφόταν προσημείωση υποθήκης και όχι όλη την προσωπική του περιουσία. Αν και ο εγγυητής ευθύνεται με όλη την προσωπική του περιουσία, στην συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκρινε ότι συνέτρεξε ουσιώδης πλάνη καθώς ο εγγυητής υπέγραψε ένα έγγραφο νομίζοντας ότι έχει ορισμένο περιεχόμενο, ενώ στην πραγματικότητα είχε διαφορετικό, και δέχτηκε τον περιορισμό της ευθύνης μόνο στο συγκεκριμένο ακίνητο το οποίο και είχε προσημειωθεί (βλ. και υπ' αριθμ. 104/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου). Κρίσιμη προϋπόθεση για την κατάφαση της ουσιώδους πλάνης, είναι να αναφέρεται αυτή σε σημείο τόσο σπουδαίου για όλη την σύμβαση, ώστε αν ο εγγυητής γνώριζε την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων ουδέποτε να υπέγραφε την σύμβαση εγγυήσεως. Με άλλα λόγια, στην συγκεκριμένη περίπτωση να μην ήθελε ποτέ να θέσει σε κίνδυνο (να θέσει υπέγγυα) όλη την προσωπική του περιουσία ο υπογράψας την σύμβαση εγγύησης, αλλά μόνο το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.

ε) Ένσταση ακυρότητας της σύμβασης λόγω απάτης
Γίνεται δεκτό ότι αν η αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη ήταν εξαρχής δεδομένη και τούτο απεκρύβη δολίως από τον δανειστή και τον πρωτοφειλέτη στον εγγυητή, συντρέχει λόγος ακύρωσης της σύμβασης εγγύησης λόγω απάτης (Βλ. ΑΠ 238/1977, ΝοΒ 25/1183). Μάλιστα τούτο ισχύει ακόμα και εάν μόνο  ο πρωτοφειλέτης εξαπάτησε τον εγγυητή σε υπαίτια άγνοια του δανειστή (ΑΚ 147 εδ. β)∙ ή αν ο οφειλέτης και ο δανειστής αποσιώπησαν σημαντικά γεγονότα ή παρέστησαν αυτά ατελώς αν και είχαν υποχρέωση πλήρους ενημέρωσης (Βλ. ΑΠ 373/2008, ΕλλΔνη 2009/448∙ ΑΠ 898/2000, ΕλλΔνη 41/1586). Εξάλλου η φερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως της εγγύησης αποτελεί το κύριο κριτήριο τόσο για τη σύναψη της συμβάσεως της εγγυήσεως όσο και για την κύρια πιστωτική σύμβαση. Πάνω στο γεγονός αυτό στηρίζονται οι συμβαλλόμενοι για τη σύναψη της συμβάσεως της εγγυήσεως και πάνω σ’ αυτό οικοδομείται ολόκληρη η ρύθμιση της εγγυήσεως στον ΑΚ. Πάνω στο γεγονός αυτό στηρίζεται και το πιστωτικό ίδρυμα για να εγκρίνει την παροχή πίστωσης καθότι το τελευταίο δεν δικαιούται να χορηγήσει πίστωση σε αφερέγγυο πρόσωπο (βλ. σχετικούς κανόνες τραπεζικής εποπτείας). Ο δανειστής υποχρεούται να απαντά αληθώς στις ερωτήσεις του εγγυητή και να μην υποβαθμίζει ή μειώνει εν γνώσει του τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο εγγυητής, παρουσιάζοντας την ανάληψη της εγγύησης ως "απλό τυπικό στοιχείο".

στ) Ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης λόγω έλλειψης υπογραφής του εγγυητή
Αν και σπάνιο να έχει συμβεί, δεν είναι τελείως απίθανο ώστε να μην αναφερθεί. Ο λόγος αυτός συντρέχει όταν η υπογραφή στη σύμβαση εγγύησης δεν έχει τεθεί από τον φερόμενο οφειλέτη-εγγυητή αλλά από τρίτο πρόσωπο, ή όταν δεν έχει υπάρχει καθόλου υπογραφή, και άρα ο φερόμενος εγγυητής μπορεί να προβάλλει το λόγο αυτό και να απαλλαχθεί από τις υποχρεώσεις του. Εφόσον ο εγγυητής δεν υπέγραψε δεν μπορεί να φέρει και την σχετική υποχρέωση, καθόσον μάλιστα η σύμβαση εγγύησης είναι από τον νόμο τυπική δικαιοπραξία, δηλ. είναι απαραίτητη η θέση της ιδιόχειρης υπογραφής του εγγυητή πάνω στο έγγραφο για να είναι έγκυρη η σύμβαση (ΑΚ 849). 

Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημανθεί ότι εκτός από τις παραπάνω αντιρρήσεις τις οποίες μπορεί να προβάλλει ο εγγυητής, εφόσον συντρέχουν τα ανάλογα πραγματικά περιστατικά, αυτός έχει τη δυνατότητα να προσβάλλει και το υπαρκτό της ίδιας της οφειλής, ανεξαρτήτως του αν ασχοληθεί με αυτό ο πρωτοφειλέτης ή όχι (ο οποίος π.χ. λόγω έλλειψης προσωπικής περιουσίας μπορεί να μην ενδιαφέρεται καθόλου για την τύχη της υπόθεσης), βάσει λ.χ. καταχρηστικών και άκυρων όρων της ίδιας της σύμβασης, όπως έχουμε γράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις. Τούτο, διότι βασική αρχή της σύμβασης εγγύησης, είναι η αρχή του παρεπομένου αυτής, σύμφωνα με την οποία ο εγγυητής ευθύνεται μόνο όσο ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, ή με άλλα λόγια, ο εγγυητής υποχρεούται σε πληρωμή μόνο στην έκταση που υποχρεούται και ο πρωτοφειλέτης. 

(για περισσότερες πληροφορίες: www.psarakislegal.com)